ἑπέτης

ἑπέτης, ου, [dialect] Dor. [suff] ἐπετείο-ας, , ([etym.] ἕπομαι)
A follower, attendant, Pi.P.5.4: fem. [full] ἑπέτις, ιδος, A.R.3.666.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επέτης — ἐπέτης, ο (θηλ. έπέτις) (Α) [έπομαι] ακόλουθος, υπηρέτης …   Dictionary of Greek

  • ἑπέται — ἑπέτης follower masc nom/voc pl ἑπέτᾱͅ , ἑπέτης follower masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπέταν — ἑπέτᾱν , ἑπέτης follower masc acc sg (epic doric aeolic) ἑπέτης follower masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έπομαι — (AM ἕπομαι) 1. ακολουθώ άλλον, συνοδεύω (α. «ἡγήσατο, τοὶ δ’ ἅμ’ ἕποντο», Ομ. Οδ. β. «τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο Λοκρῶν», Ομ. Ιλ.) 2. (στο γ’ εν. πρόσ.) ἕπεται προκύπτει, εξάγεται ως συμπέρασμα 3. (η μτχ. ενεστ.) ἑπόμενος, η, ο… …   Dictionary of Greek

  • αοσσώ — ἀοσσῶ ( έω) (Α) βοηθώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αποτελεί παράγωγο ρήματος ή ονόματος οπότε προέρχεται από άοσσος (< ΙΕ. *sm soqw ịos < *sm soqwieiō) που συνδέεται με τα ρ. έπομαι, λατ. sequor (πρβλ. επέτης, λατ. socius)] …   Dictionary of Greek

  • προίκα — η / προίξ, ικός, ΝΜΑ, ιων. τ. πρόϊξ Α η κινητή ή ακίνητη περιουσία που δινόταν κατά τον γάμο από την οικογένεια τής νύφης στον γαμπρό, θεσμός που σήμερα έχει καταργηθεί από τον νόμο αρχ. 1. δώρο, χάρισμα 2. (η αιτ. ως επίρρ.) προῑκα α) δωρεάν, ως …   Dictionary of Greek

  • ἑπέτην — ἕπομαι aor ind act 3rd dual (epic) ἑπέτης follower masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.